| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.509.318 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σιχαμερός |
0,02 sec. |
|
σιχαμερός مثير للاشمئزاز nechutný frastødende abstoßend repulsive repulsivo inhottava repoussant odbojan ripugnante むかつくような 혐오감을 일으키는 afstotend motbydelig odrażający repugnante омерзительный avskyvärd น่าขยะแขยง iğrenç ghê tởm 排斥的 επίθ α / θ / ουδ σιχαμερός, σιχαμερή, σιχαμερό [sixame'ros, sixame'ri, sixame'ro] που προκαλεί απέχθεια, αηδία dégoûtant/-antedétestable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|