| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.430.331 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σιωπηλός |
0,01 sec. |
|
σιωπηλός silent, taciturn, quiet silencieux صامت tichý stille still silencioso hiljainen tih silenzioso 寡黙な 조용한 stil stille cichy silencioso безмолвный tyst เงียบ sessiz im lặng 沉默的 επίθ α / θ / ουδ σιωπηλός, σιωπηλή, σιωπηλό [sçopi'los, sçopi'li, sçopi'lo] 1 που δε μιλάει silencieux/-euse μένω σιωπηλός rester silencieux 2 ήσυχος sage σιωπηλό κτίριο un bâtiment silencieux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|