| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.867.554 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σκάω |
0,01 sec. |
|
|
σκάω ينفجر, ينقطع prasknout, vypnout (se) gå af, udbrud platzen, weggehen burst, go off marcharse, reventar haljeta, laueta aller (s’en), éclater pokvariti se, puknuti esplodere, scoppiare 止まる, 破裂する 기능이 멈추다, 폭발하다 barsten, weggaan eksplodere, revne wybuchnąć, wyruszyć estourar, estragar взрывать(ся), заканчиваться bli dålig, spricka จากไป, ระเบิด bozulmak, patlamak ngừng hoạt động, nổ 爆裂, 离开
ρ αμετβ σκάω ['skao] 3 ανοίγω se crevasserse gercer σκάω στα γέλια γελάω πάρα πολύ crever de rire το σκάω φεύγω κρυφά filer (à l'anglaise) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|