| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.250.331 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σκέπασμα |
0,03 sec. |
|
σκέπασμα lid ουσ ουδ σκέπασμα ['scepazma] 1 το αντικείμενο με το οποίο σκεπάζουμε κτ ή κπ couvercle 2 κουβέρτα couverture; couvre-lit το σκέπασμα του κρεβατιού la couverture du lit Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|