Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.472.884 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σκίζω

0,01 sec.
σκίζω rip, tear يَبْكي, يَشق roztrhat, roztrhnout flænge, rive i stykker zerreißen rasgar repiä déchirer poderati strappare 引き裂く, 破る (물건을) 잡아 찢다, 찢다 scheuren rive podrzeć się, rozrywać rasgar рвать riva ฉีก yırtmak làm rách, xé toạc ,
ρ μετβ σκίζω ['scizo]
1 κόβω σε μικρά κομμάτια déchirer
σκίζω χαρτιά déchirer des papiers
2 αποσπώ déchirer
σκίζω σελίδα déchirer une page
3 γδέρνω déchirer
σκίζω το γόνατό μου déchirer son genoux
ρ αμετβ σκίζω νικάω θριαμβευτικά triompher
Έσκισε η ομάδα. L'équipe a triomphé.
ρ μεσοπαθ σκίζομαι
1 γίνομαι κομμάτια από φθορά se déchirer
Αυτό το ύφασμα σκίζεται εύκολα. Ce tissu se déchire facilement.
2 κάνω ό,τι μπορώ καλύτερο για κτ se décarcasserse mettre en quatre
Σκίστηκε για μας. Il s'est décarcassé pour nous.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.