| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.441.257 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σκαλωσιά |
0,03 sec. |
|
σκαλωσιά scaffolding, scaffold سقالات lešení stillads Baugerüst andamiaje rakennustelineet échafaudage skele impalcatura 足場 비계 steiger stillas rusztowanie andaime леса byggnadsställning โครงยกพื้นที่ใช้สำหรับสร้างหรือซ่อมตึกหรือสถานที่ต่างๆ iskele giàn giáo 脚手架 ουσ θ σκαλωσιά [skalo'sça] κατασκευή σε οικοδομές για να κινούνται σε ψηλό επίπεδο οι εργάτες échafaudage Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|