| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.869.702 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σκαλωσιά |
0,01 sec. |
|
|
σκαλωσιά scaffolding, scaffold سقالات lešení stillads Baugerüst andamiaje rakennustelineet échafaudage skele impalcatura 足場 비계 steiger stillas rusztowanie andaime леса byggnadsställning โครงยกพื้นที่ใช้สำหรับสร้างหรือซ่อมตึกหรือสถานที่ต่างๆ iskele giàn giáo 脚手架
ουσ θ σκαλωσιά [skalo'sça] κατασκευή σε οικοδομές για να κινούνται σε ψηλό επίπεδο οι εργάτες échafaudage Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|