| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.573.283 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σκαλώνω |
0,02 sec. |
|
σκαλώνω ρ αμετβ σκαλώνω [ska'lono] 2 σκοντάφτω, εμποδίζομαι être en suspens Η υπόθεση έχει σκαλώσει εδώ και καιρό. Cette affaire est en suspens depuis longtemps. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|