| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.874.871 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σκανδαλώδης |
0,02 sec. |
|
|
σκανδαλώδης scandalous, outrageous scandaleux, effarant شَنيع neslýchaný oprørende empörend escandaloso järkyttävä skandalozan atroce とんでもない 무례한 buitensporig opprørende oburzający ultrajante, escandaloso возмутительный skandalös ผิดปรกติและน่าตกใจ dehşet verici hung bạo 蛮横的
επίθ α/θ / ουδ σκανδαλώδης, σκανδαλώδες [skanða'loðis, skanða'loðes] που μπορεί να εξελιχθεί σε σκάνδαλο scandaleux/-eusechoquant/-ante σκανδαλώδης αδιαφορία une indifférence scandaleuse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|