| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.265.922 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σκασιαρχείο |
0,02 sec. |
|
σκασιαρχείο ουσ ουδ σκασιαρχείο [skasiar'çio] η απουσία χωρίς έγκριση από το σχολείο école buissonnière Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|