| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.878.837 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σκηνικό |
0,01 sec. |
|
|
σκηνικό backdrop, scenery, set مَنْظَر krajina sceneri Landschaft paisaje, escena maisema décor krajolik scenario 風景 경치 landschap landskap sceneria cenário, cena пейзаж naturomgivningar ทิวทัศน์ manzara phong cảnh 风景, 现场 сцена 現場 הסצינה
ουσ ουδ σκηνικό [scini'ko] η διακόσμηση στο θέατρο ή στο σινεμά décor ουσ ουδ πληθυντικός σκηνικά [scini'ka] décor Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|