| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.565.367 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σκηνικό |
0,04 sec. |
|
σκηνικό backdrop, scenery, set مَنْظَر krajina sceneri Landschaft paisaje maisema décor krajolik scenario 風景 경치 landschap landskap sceneria cenário пейзаж naturomgivningar ทิวทัศน์ manzara phong cảnh 风景 ουσ ουδ σκηνικό [scini'ko] η διακόσμηση στο θέατρο ή στο σινεμά décor ουσ ουδ πληθυντικός σκηνικά [scini'ka] décor Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|