Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.492.201 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σκι

0,02 sec.
σκι skiing, ski esqui, esquí ski sci تًزّْلُج, زلاّجة lyže, lyžování ski, skiløb Ski, Skifahren hiihto, suksi skijanje スキー 스키, 스키 타기 ski, skiën ski, skisport narciarstwo, narta esqui, esquí катание на лыжах, лыжи skida, skidåkning แคร่เลื่อนยาวติดกับรองเท้าใช้เล่นหิมะ, การเล่นสกี kayak, kayma sporu môn trượt tuyết, ván trượt tuyết 滑雪橇, 滑雪运动
ουσ ουδ άκλ σκι [sci]
1 άθλημα με ειδικά πέδιλα στο χιόνι ski
To σκι είναι χειμωνιάτικο σπορ. Le ski est un sport d'hiver.
2 άθλημα με ειδικά πέδιλα στο νερό ski nautique
Το καλοκαίρι κάνω θαλάσσιο σκι. En été, je fais du ski nautique.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.