| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.099.014 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σκλαβώνω |
0,01 sec. |
|
|
σκλαβώνω enslave, slave يَستعبد otročit slave schuften esclavizar raataa trimer robovati lavorare come uno schiavo 奴隷のように働く 혹사하다 uitsloven (zich) slave tyrać escravizar выполнять тяжелую работу slava ทำงานอย่างหนัก köle gibi çalışmak làm việc như nô lệ 辛勤努力
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|