| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.680.079 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σκληρός |
0,03 sec. |
|
σκληρός cruel, grim, hard, harsh, rough, tough cruel, duro, fuerte صَلْب, قاسي, قوي krutý, pevný, tvrdý barsk, hård, ond grausam, hart, zäh julma, kova, vahva cruel, dur čvrst, okrutan, tvrd crudele, duro 丈夫な, 堅い, 残酷な 단단한, 잔혹한, 질긴 hard, taai, wreed grusom, hard, tøff nieustępliwy, okrutny, twardy cruel, duro, resistente жесткий, жестокий, твердый grym, hård, tuff แข็ง, โหดร้าย, ที่ทนทาน sağlam, sert, zalim cứng, dai, tàn nhẫn 强硬的, 残忍的, 硬的 επίθ α / θ / ουδ σκληρός, σκληρή, σκληρό [skli'ros, skli'ri, skli'ro] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|