Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.039.882 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σκοπεύω να

0,02 sec.
σκοπεύω να يَعْتَزِم
σκοπεύω να hodlat
σκοπεύω να have til hensigt
σκοπεύω να beabsichtigen
σκοπεύω να intend to
σκοπεύω να tener la intención de
σκοπεύω να aikoa
σκοπεύω να avoir l’intention de
σκοπεύω να namjeravati
σκοπεύω να avere intenzione
σκοπεύω να ・・・するつもりだ
σκοπεύω να ...할 작정이다
σκοπεύω να van plan zijn
σκοπεύω να mene
σκοπεύω να zamierzyć
σκοπεύω να pretender, tencionar
σκοπεύω να намереваться
σκοπεύω να avse att
σκοπεύω να ตั้งใจที่จะ
σκοπεύω να niyetlenmek
σκοπεύω να có ý định
σκοπεύω να 打算


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.