| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.356.633 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σκοπιά |
0,01 sec. |
|
σκοπιά lookout ουσ θ σκοπιά [sko'pça] 1 η φύλαξη θέσης από στρατιώτη guet φυλάωκρατάω σκοπιά faire le guet 2 η οπτική γωνία angle από μια ορισμένη σκοπιά sous un certain angle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|