| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.104.327 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σκοπιά |
0,01 sec. |
|
|
σκοπιά lookout Perspektive prospettive perspective перспектива منظور perspektywy perspectiva perspectief перспектива perspektiv פרספקטיבה perspektiv
ουσ θ σκοπιά [sko'pça] 1 η φύλαξη θέσης από στρατιώτη guet φυλάωκρατάω σκοπιά faire le guet 2 η οπτική γωνία angle από μια ορισμένη σκοπιά sous un certain angle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|