| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.645.440 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σκοπιμότητα |
0,02 sec. |
|
σκοπιμότητα expediency ουσ θ σκοπιμότητα [skopi'motita] ο σκοπός για τον οποίο γίνεται κτ opportunité; utilité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|