| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.862.817 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σκοπός |
0,01 sec. |
|
σκοπός Wächter, Ziel, Zweck, Sache aim, goal, guard, cause, watch, intent, intention, purpose, sentinel but, cause سبب, غرض účel, věc formål, sag causa, propósito asia, tarkoitus stvar, svrha causa, scopo 大義, 目的 목적, 이상 doel formål, sak cel, motyw causa, propósito благое дело, цель sak, syfte วัตถุประสงค์, หัวเรื่องการอภิปราย amaç mục đích, sự nghiệp 原因, 目的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|