| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.105.556 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σκορπάω |
0,01 sec. |
|
|
σκορπάω
ρμετβ σκορπάω, σκορπώ, σκορπίζω [skor'pao, skor'po, skor'pizo] 1 απλώνω από δω κι από κει éparpillerdisperser σκορπάω τα πράγματά μου éparpiller ses affaires Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|