| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.106.678 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σκοτεινιάζω |
0,01 sec. |
|
|
σκοτεινιάζω
ρ αμετβ σκοτεινιάζω [skoti'ɲazo] 1 χάνεται το φως s'assombrirplonger dans l'obscurité Ξαφνικά το δωμάτιο σκοτείνιασε. Soudainement la pièce s'est assombrie. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|