| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.107.191 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σκοτεινός |
0,01 sec. |
|
|
σκοτεινός sombre dark, obscure, recondite مظلم tmavý mørk dunkel oscuro tumma mračan scuro 暗い 어두운 donker mørk ciemny escuro темный mörk มืด karanlık tối tăm 黑暗的
επίθ α / θ / ουδ σκοτεινός, σκοτεινή, σκοτεινό [skoti'nos, skoti'ni, skoti'no] επίρρ σκοτεινά [skoti'na] στα σκοτεινά στο σκοτάδι dans l'obscurité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|