Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.977.469 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σκοτώνω

0,02 sec.
σκοτώνω töten, umbringen kill, murder mortigi matar tuer amazzare, uccidere necare, occidere doden zabić matar öldürmek يقتل zabít dræbe tappaa ubiti 殺す 죽이다 drepe убивать döda ฆ่า giết 杀死
ρ μετβ σκοτώνω [sko'tono]
1 θανατώνω tuerassassiner
Τον σκότωσε για τα λεφτά του. Il l'a tué pour avoir son argent.
2 ρίχνω κπ σε απελπισία tuer
Η σιωπή του με σκοτώνει. Son silence me tue.
ρ μεσοπαθ σκοτώνομαι [sko'tonome]
1 εξοντώνομαι από κούραση s'exténuer
Σκοτώθηκα στη δουλειά. Je me suis exténué au travail.
2 κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου se décarcasser
Σκοτώνομαι να τους ευχαριστήσω. Je me décarcasse pour leur faire plaisir.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.