| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.107.715 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σκοτώνω |
0,03 sec. |
|
|
σκοτώνω töten, umbringen kill, murder mortigi matar tuer amazzare, uccidere necare, occidere doden zabić matar öldürmek يقتل zabít dræbe tappaa ubiti 殺す 죽이다 drepe убивать döda ฆ่า giết 杀死 להרוג
ρ μετβ σκοτώνω [sko'tono] ρ μεσοπαθ σκοτώνομαι [sko'tonome] 2 κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου se décarcasser Σκοτώνομαι να τους ευχαριστήσω. Je me décarcasse pour leur faire plaisir. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|