Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.504.031 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σκουπίδι

0,02 sec.
σκουπίδι ordure, poubelle lixo, besteira, patetice هراء odpadky affald Abfall rubbish, trash basura jäte smeće immondizia ごみ 쓰레기 afval søppel śmieci хлам skräp ขยะ çöp rác 垃圾
ουσ ουδ σκουπίδι [sku'piði]
1 καθετί που είναι για πέταμα ordure; poubelle
πετάω τα σκουπίδια jeter les ordures
2 ξένο σώμα poussière
Έχω ένα σκουπίδι στο μάτι μου. §§§§J'ai une poussière dans mon œil.
3 καθετί χαμηλής ποιότητας poubelle
τα σκουπίδια της τηλεόρασης la télé poubelle
κάνω κπ σκουπίδι
τον εξευτελίζω avilir qqn


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.