| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.008.587 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σκουπιδιάρης |
0,03 sec. |
|
σκουπιδιάρης dustman, garbage collector الزَبَّال popelář skraldemand Müllmann basurero roskakuski éboueur smetlar netturbino ごみ収集人 청소부 vuilnisman søppelkjører śmieciarz homem do lixo, lixeiro мусорщик sopphämtare คนเก็บขยะ çöpçü người hót rác 垃圾工 ουσ α σκουπιδιάρης [skupi'ðjaris] άτομο που μαζεύει τα σκουπίδια και καθαρίζει τους δρόμους éboueur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|