| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.397.123 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σκουριάζω |
0,03 sec. |
|
σκουριάζω ρ αμετβ σκουριάζω [§§§§skur'jazo] 2 παύω να είμαι ευλύγιστος être rouillé/-ée Με την υγρασία έχω σκουριάσει. À cause de l'humidité je me sens rouillé. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|