| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.343.717 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σκωληκοειδίτιδα |
0,02 sec. |
|
σκωληκοειδίτιδα appendicitis apendicitis appendicite التهاب الزائدة apendicitida blindtarmsbetændelse Blinddarmentzündung umpilisäkkeen tulehdus upala slijepog crijeva appendicite 虫垂炎 맹장염 appendicitis blindtarmsbetennelse zapalenie wyrostka robaczkowego apendicite аппендицит blindtarmsinflammation ไส้ติ่งอักเสบ apandisit bệnh viêm ruột thừa 阑尾炎 ουσ θ σκωληκοειδίτιδα [skolikoi'ðitiða] φλεγμονή που χρειάζεται άμεση εγχείριση appendicite Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|