| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.123.051 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σκόπιμος |
0,01 sec. |
|
|
σκόπιμος intentional, expedient, purposeful délibéré, intentionnel مقصود záměrný tilsigtet absichtlich deliberado tahallinen namjerni intenzionale 意図的な 고의적인 opzettelijk bevisst zamierzony intencional намеренный avsiktlig เจตนา kasıtlı có chủ tâm 故意的
επίθ α / θ / ουδ σκόπιμος, σκόπιμη, σκόπιμο ['skopimos, 'skopimi, 'skopimo] που γίνεται επίτηδες intentionnel/-elleopportun/-une σκόπιμη ενέργεια un acte intentionnel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|