| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.639.743 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σκόπιμος |
0,02 sec. |
|
σκόπιμος intentional, expedient, purposeful délibéré, intentionnel مقصود záměrný tilsigtet absichtlich deliberado tahallinen namjerni intenzionale 意図的な 고의적인 opzettelijk bevisst zamierzony intencional намеренный avsiktlig เจตนา kasıtlı có chủ tâm 故意的 επίθ α / θ / ουδ σκόπιμος, σκόπιμη, σκόπιμο ['skopimos, 'skopimi, 'skopimo] που γίνεται επίτηδες intentionnel/-elleopportun/-une σκόπιμη ενέργεια un acte intentionnel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|