| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.123.976 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σκύβω |
0,03 sec. |
|
|
σκύβω bend, bow, stoop, duck, bend down se baisser, se pencher, fléchir يَمْيل sklonit (se) bukke sig ned bücken (sich) agacharse kumartua sagnuti se chinarsi かがむ 굽히다 naar beneden buigen bøye (seg) ned schylić się curvar-se загибать börja (sig) ner ย่อตัว eğilmek cúi xuống 弯腰
ρ μετβ σκύβω ['scivo] γέρνω se pencherse baisser σκύβω το κεφάλιτο σώμα baisser la tête/le corps σκύβω το κεφάλι υποτάσσομαι se soumettre ρ αμετβ σκύβω γέρνω se pencherse baisser σκύβω να πιάσω κτ se baisser pour attraper qqch Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|