| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.126.421 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σοβαρός |
0,01 sec. |
|
|
σοβαρός serious, heavy, grievous, severe, solemn sérieux جاد vážný alvorlig ernst serio vakava ozbiljan serio 深刻な 심각한 serieus alvorlig poważny sério, grave серьезный allvarlig เคร่งขรึม ciddi nghiêm trọng 严重的, 严重 сериозни 嚴重 רציני
επίθ α / θ / ουδ σοβαρός, σοβαρή, σοβαρό [sova'ros, sova'ri, sova'ro] 1 υπεύθυνος conséquent/-ente ουσ ουδ πληθυντικός σοβαρά [sova'ra] παίρνω κτ στα σοβαρά το πιστεύω prendre qqch au sérieuxλέω κτ στα σοβαρά δεν αστειεύομαι dire qqch sérieusement επίρρ σοβαρά 1 χωρίς να αστειεύομαι sérieusement μιλάω σοβαρά parler sérieusement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|