Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.126.421 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σοβαρός

0,01 sec.
σοβαρός serious, heavy, grievous, severe, solemn sérieux جاد vážný alvorlig ernst serio vakava ozbiljan serio 深刻な 심각한 serieus alvorlig poważny sério, grave серьезный allvarlig เคร่งขรึม ciddi nghiêm trọng 严重的, 严重 сериозни 嚴重 רציני
επίθ α / θ / ουδ σοβαρός, σοβαρή, σοβαρό [sova'ros, sova'ri, sova'ro]
1 υπεύθυνος conséquent/-ente
σοβαρός υπάλληλος un employé sérieux
2 με συνέπειες grave
σοβαρό πρόβλημα un problème grave
σοβαρή αρρώστια une maladie grave
3 που δεν είναι χαρούμενος ή αστείος sérieux
σοβαρή συζήτηση une discussion sérieuse
σοβαρό ύφος un air sérieux
ουσ ουδ πληθυντικός σοβαρά [sova'ra] παίρνω κτ στα σοβαρά
το πιστεύω prendre qqch au sérieuxλέω κτ στα σοβαρά
δεν αστειεύομαι dire qqch sérieusement
επίρρ σοβαρά
1 χωρίς να αστειεύομαι sérieusement
μιλάω σοβαρά parler sérieusement
2 βαριά gravement
είμαι σοβαρά άρρωστος être gravement malade


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.