| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.293.624 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σοκάκι |
0,02 sec. |
|
σοκάκι Gasse, Zufahrtsstraße alley, highway ramp, slip road طريق متصل بطريق سريع للسيارات أو منفصل عنه nájezd na dálnici frakørselsvej vía de acceso liittymätie bretelle priključna cesta bretella 高速道路の進入退出路 램프 oprit avkjørsel podjazd entrada para a rodovia съезд с автомагистрали på-/avfartsväg till motorväg ถนนเชื่อมทางหลวง bağlantı yolu đoạn đường nối 高速公路会交点 ουσ ουδ σοκάκι [so'kaci] στενό, δρομάκι ruelle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|