| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.729.576 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σοκάρω |
0,01 sec. |
|
σοκάρω shock choquer يَصْدِم šokovat chokere schockieren conmocionar järkyttää šokirati scioccare 衝撃を与える 충격을 주다 schokken sjokkere wstrząsnąć chocar шокировать chocka ตกใจ şok geçirmek gây sốc 打击 ρ μετβ σοκάρω [so'karo] σκανδαλίζω choquer ντύσιμο που σοκάρει un habillement qui choque ρ μεσοπαθ σοκάρομαι [so'karome] παθαίνω σοκ perdre la raison Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|