| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.135.631 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σουβέρ |
0,01 sec. |
|
|
σουβέρ
ουσ ουδ άκλ σουβέρ [su'ver] μικρό κομμάτι χαρτόνι ή πλαστικό που μπαίνει κάτω από τα ποτήρια sous-verre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|