| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.666.636 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σούρουπο |
0,01 sec. |
|
σούρουπο الغسق, غَسَقْ schemering, Abenddämmerung dusk, dark, nightfall crépuscule crepuscolo 夕暮れ crepúsculo, anoitecer сумерек, сумерки soumrak tusmørke anochecer iltahämärä sumrak 해질녘 schemering skumring zmierzch skymning เวลาเย็นก่อนค่ำ alacakaranlık hoàng hôn 黄昏 ουσ ουδ σούρουπο ['surupo] δειλινό crépuscule Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|