Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.260.996 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σπάνιος

0,02 sec.
σπάνιος rare, scarce rare نادر vzácný sjælden selten raro harvinainen rijedak raro 珍しい 드문 zeldzaam sjelden rzadki raro редкий ovanlig ที่พบได้น้อย az görülür hiếm thấy 稀罕的
επίθ α / θ / ουδ σπάνιος, σπάνια, σπάνιο ['spanios, 'spania, 'spanio]
1 που δεν είναι καθόλου συχνός rare
Οι επισκέψεις είναι σπάνιες. Les visites sont rares.
2 που δε βρίσκεται εύκολα rare
σπάνιο δείγμα un échantillon rare
3 εκλεκτός rare
σπάνιος φίλος un ami rare
επίρρ σπάνια, σπανίως ['spania, spa'nios]
καθόλου συχνά rarement
Τον βλέπουμε σπάνια. Nous le voyons rarement.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.