| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.260.996 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σπάνιος |
0,02 sec. |
|
σπάνιος rare, scarce rare نادر vzácný sjælden selten raro harvinainen rijedak raro 珍しい 드문 zeldzaam sjelden rzadki raro редкий ovanlig ที่พบได้น้อย az görülür hiếm thấy 稀罕的 επίθ α / θ / ουδ σπάνιος, σπάνια, σπάνιο ['spanios, 'spania, 'spanio] 2 που δε βρίσκεται εύκολα rare σπάνιο δείγμα un échantillon rare Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|