Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.958.737 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σπάω

0,02 sec.
σπάω brechen break, burst casser يكسر rozbít brække romper rikkoa slomiti rompere 割る ...을 깨다 breken brekke złamać quebrar прерывать ha sönder ฝ่าฝืน ขัดขืน kırmak làm vỡ 打破
ρ μετβ σπάω ['spao]
1 κάνω κτ κομμάτια brisercasser
σπάω ένα βάζο briser un vase
2 παραβιάζω enfoncer
σπάω την πόρτα enfoncer la porte
3 σταματάω, διακόπτω rompre
σπάω τη σιωπή rompre le silence
σπάω ένα συμβόλαιο rompre un contrat
4 μειώνω baisser
σπάω τις τιμές casser les prix
σπάω κπ στο ξύλο
τον δέρνω πολύ rouer qqn de coupscasser la gueule à qqn
σπάω τα μούτρα μου
πέφτω και χτυπάω se casser la gueule
σπάω ένα χρώμα
προσθέτω άσπρο για να ανοίξει casser une couleur
ρ αμετβ σπάω
1 γίνομαι κομμάτια casser
Έσπασε το ποτήρι. Le verre s'est cassé.
2 (για αντικείμενο) είμαι εύθραυστος casser
Προσοχή, σπάει. Attention, ça se casse.
3 γερνάω se flétrirse rider
Tο δέρμα του έσπασε. Sa peau s'est flétrie.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.