| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.180.862 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σπανίως |
0,04 sec. |
|
σπανίως نادرا σπανίως zřídka σπανίως sjældent σπανίως selten σπανίως casi nunca, ocasionalmente σπανίως harvoin σπανίως rarement σπανίως rijetko σπανίως raramente σπανίως めったに・・・しない σπανίως 드물게 σπανίως zelden σπανίως sjelden σπανίως rzadko σπανίως raramente σπανίως редко σπανίως sällan σπανίως นานๆครั้ง σπανίως nadiren σπανίως hiếm khi σπανίως 很少地 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|