| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.373.885 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σπασμωδικός |
0,01 sec. |
|
σπασμωδικός spasmodique convulsive, spasmodic επίθ α / θ / ουδ σπασμωδικός, σπασμωδική, σπασμωδικό [spazmoði'kos, spazmoði'ci, spazmoði'ko] 1 που γίνεται με σπασμούς convulsif/-ive σπασμωδικός βήχας une toux convulsive 2 που μοιάζει με σπασμό spasmodiqueconvulsif σπασμωδικές κινήσεις des gestes spasmodiques |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|