| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.308.763 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σπιτικός |
0,01 sec. |
|
σπιτικός مُصَنع منزلياً domácí hjemmelavet selbstgemacht homemade, home-made hecho en casa kotitekoinen fait maison domaće izrade casereccio 自家製の 집에서 만든 zelfgemaakt hjemmelaget domowego wyrobu caseiro домашнего приготовления hemgjord ที่ทำเองในครอบครัว ev yapımı nhà làm lấy 自制的 επίθ α / θ / ουδ σπιτικός, σπιτική, σπιτικό [spiti'kos, spiti'ci, spiti'ko] που είναι φτιαγμένος στο σπίτι (fait, faite) maison σπιτικό φαγητό une nourriture maison Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|