| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.782.902 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σπορ |
0,04 sec. |
|
σπορ sport sport ουσ α άκλ σπορ [spor] 1 ο αθλητισμός sport κάνω σπορ faire du sport επίθ άκλ σπορ 1 που θυμίζει αθλητικό αγώνα de sport σπορ αυτοκίνητο une voiture de sport 2 καθημερινός décontracté/-ée σπορ ντύσιμο un habillement décontracté Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|