| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.603.709 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σποραδικός |
0,01 sec. |
|
σποραδικός sporadique occasional, sporadic επίθ α / θ / ουδ σποραδικός, σποραδική, σποραδικό [sporaði'kos, sporaði'ci, sporaði'ko] αραιός, σπάνιος sporadique σποραδικές συναντήσεις des rencontres sporadiques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|