| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.257.163 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σπουδαίος |
0,01 sec. |
|
σπουδαίος important, grand important, grand επίθ α / θ / ουδ σπουδαίος, σπουδαία, σπουδαίο [spu'ðeos, spu'ðea, spu'ðeo] 1 σημαντικός extraordinairetrès important/-ante σπουδαία νέα des nouvelles extraordinaires Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|