| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.939.792 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σπρέι |
0,01 sec. |
|
σπρέι spray, aerosol pulvérisation, spray, vaporisateur رشاش drobné kapičky spray Spray pulverizador suihke sprej spruzzo 噴霧 분무 spray spray mgiełka borrifo мелкие брызги sprej ละอองน้ำ serpinti bụi nước 喷雾 ουσ ουδ άκλ σπρέι ['sprei] υγρό που ψεκάζεται με ειδικό μηχανισμό spray; vaporisateur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|