Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.166.528 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σπρώχνω

0,01 sec.
σπρώχνω push, jostle, poke, prod, shove pousser يَدفَع stisknout skubbe schieben empujar työntää gurati spingere 押す ...을 밀다 duwen dytte pchnąć empurrar, push толкать skjuta ผลัก itmek đẩy 推动, тласък
ρ μετβ σπρώχνω ['sproxno]
1 παραμερίζω, ρίχνω πιο πέρα pousserbousculer
Μ' έσπρωξε για να περάσει. Il m'a poussé pour passer.
2 πιέζω κτ προς τα εμπρός για να μετακινηθεί pousser
Έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Ιl a poussé la porte et il est entré.
Σπρώξαμε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Nous avons poussé la voiture au bord de la rue.
ρ μεσοπαθ σπρώχνομαι ['sproxnome]
σπρώχνουμε ο ένας τον άλλον se pousserse bousculer
Μη σπρώχνεστε. Ne vous poussez pas !


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.