| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.166.528 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σπρώχνω |
0,01 sec. |
|
|
σπρώχνω push, jostle, poke, prod, shove pousser يَدفَع stisknout skubbe schieben empujar työntää gurati spingere 押す ...을 밀다 duwen dytte pchnąć empurrar, push толкать skjuta ผลัก itmek đẩy 推动, 推 тласък 推
ρ μετβ σπρώχνω ['sproxno] ρ μεσοπαθ σπρώχνομαι ['sproxnome] σπρώχνουμε ο ένας τον άλλον se pousserse bousculer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|