| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.872.374 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
στάση |
0,02 sec. |
|
στάση stop, attitude, bearing, stopover, halt توقف, وقوف zastavení stop Halt, Pause detención, parada loppu, pysähdys arrêt, halte stanica, stanka fermata, sosta 中止, 停止 멈춤, 정지하다 einde, halte stans, stopp postój, przerwa parada, paragem остановка rast, uppehåll การหยุด duraksama, durdurma sự dừng lại 停止 ουσ θ στάση ['stasi] 3 αντιμετώπιση, συμπεριφορά attitude; comportement 4 διακοπή arrêt στάση εργασίας un arrêt du travail Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|