Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.168.499 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

στάση

0,02 sec.
στάση stop, attitude, bearing, stopover, halt توقف, وقوف zastavení stop Halt, Pause detención, parada, actitud loppu, pysähdys arrêt, halte stanica, stanka fermata, sosta 中止, 停止 멈춤, 정지하다 einde, halte stans, stopp postój, przerwa parada, paragem, atitude остановка rast, uppehåll การหยุด duraksama, durdurma sự dừng lại 停止, 态度 отношението 態度 היחס
ουσ θ στάση ['stasi]
1 σημείο όπου σταματάει μεταφορικό μέσο arrêt; station
στάση λεωφορείου un arrêt de bus
στάση μετρό une station de métro
η επόμενη στάση le prochain arrêt
2 θέση place
£££η στάση του σώματος la position du corps
3 αντιμετώπιση, συμπεριφορά attitude; comportement
κρατάω στάση άμυνας être sur la défensive
στάση απέναντι σε κτ l'attitude adoptée vis à vis de qqch
φιλική στάση une attitude amicale
4 διακοπή arrêt
στάση εργασίας un arrêt du travail


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.