Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.168.783 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

στάση λεωφορείου

0,01 sec.
στάση λεωφορείου arrêt de bus
στάση λεωφορείου موقف أتوبيس
στάση λεωφορείου autobusová zastávka
στάση λεωφορείου busstoppested
στάση λεωφορείου Bushaltestelle
στάση λεωφορείου bus stop
στάση λεωφορείου parada de autobús, parada de bus
στάση λεωφορείου bussipysäkki
στάση λεωφορείου autobusna postaja
στάση λεωφορείου fermata dell’autobus
στάση λεωφορείου バス停
στάση λεωφορείου 버스 정류장
στάση λεωφορείου bushalte
στάση λεωφορείου bussholdeplass
στάση λεωφορείου przystanek autobusowy
στάση λεωφορείου paragem de autocarro, ponto de ônibus
στάση λεωφορείου автобусная остановка
στάση λεωφορείου busshållplats
στάση λεωφορείου ป้ายรถโดยสารประจำทาง
στάση λεωφορείου otobüs durağı
στάση λεωφορείου bến xe buýt
στάση λεωφορείου 公共汽车站


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.