| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.997.047 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
στέκομαι |
0,02 sec. |
|
στέκομαι stand στέκομαι يَقِفْ στέκομαι stát στέκομαι stå στέκομαι stehen στέκομαι estar en pie στέκομαι seisoa στέκομαι être debout στέκομαι stajati στέκομαι stare in piedi στέκομαι 立つ στέκομαι 서다 στέκομαι staan στέκομαι stå στέκομαι wstać στέκομαι ficar em pé στέκομαι стоять στέκομαι stå στέκομαι ยืน στέκομαι dikilmek στέκομαι đứng στέκομαι 站立 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|