| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.170.375 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
στέλεχος |
0,01 sec. |
|
|
στέλεχος member, officer, stalk, stem, executive سُلطة تنفيذية výkonný leder leitender Angestellter ejecutivo johtaja cadre egzekutiva dirigente エグゼクティブ 실행위원 leidinggevend persoon direktør kierownik executivo должностное лицо verkställande ผู้บริหาร yönetici người điều hành 管理人员
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|