| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.177.272 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
στήνω |
0,02 sec. |
|
|
στήνω erect, stand, rig, set يهيئ uvést sætte setzen colocar asettaa poser postaviti porre 定める ...을 놓다 instellen sette umieścić pôr устанавливать sätta วาง จัดเตรียม ตั้งเวลา ตั้งระบบ ayarlamak đặt 设定
ρ μετβ στήνω ['stino] 2 κατασκευάζω, συναρμολογώ dresser στήνω σκηνή dresser une tente 3 ετοιμάζω tendre στήνω παγίδα tendre un piège 4 οργανώνω former στήνω επιχείρηση monter une entreprise 5 κάνω κπ να περιμένει faire poireauter qqnposer un lapin à qqn στήνω καβγά τσακώνομαι se quereller Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|