| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.987.027 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σταδιακός |
0,04 sec. |
|
σταδιακός تدريجي postupný gradvis allmählich gradual gradual asteittainen graduel postepen graduale 徐々の 점진적인 geleidelijk gradvis stopniowy gradual постепенный gradvis ค่อยเป็นค่อยไป derece derece dần dần 逐渐的 επίθ α / θ / ουδ σταδιακός, σταδιακή, σταδιακό [staðia'kos, staðia'ci, staðia'ko] βαθμιαίος progressif/-ive σταδιακή εξέλιξη une évolution progressive Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|