Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.592.154 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σταθμός εργασίας

0,01 sec.
σταθμός εργασίας محطة عمل, مكان عمل
σταθμός εργασίας pracovní stanice
σταθμός εργασίας terminal
σταθμός εργασίας Arbeitsplatz, Workstation
σταθμός εργασίας work station, workstation
σταθμός εργασίας terminal de trabajo
σταθμός εργασίας työasema
σταθμός εργασίας poste de travail
σταθμός εργασίας radno mjesto
σταθμός εργασίας stazione di lavoro
σταθμός εργασίας ワークステーション
σταθμός εργασίας 작업 구역
σταθμός εργασίας werkstation
σταθμός εργασίας arbeidsplass
σταθμός εργασίας stanowisko robocze
σταθμός εργασίας estação de trabalho
σταθμός εργασίας arbetsstation
σταθμός εργασίας สถานที่ทำงาน
σταθμός εργασίας çalışma köşesi
σταθμός εργασίας trạm làm việc
σταθμός εργασίας 工作点, 工作站


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.