| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.383.141 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σταλακτίτης |
0,01 sec. |
|
σταλακτίτης stalactite stalactite ουσ α σταλακτίτης [stala'ktitis] πέτρωμα σε σπηλιά που σχηματίζεται από το νερό stalactite Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|